............................................. "Οταν θέλεις να έχεις κάτι που ποτέ πριν δεν είχες, πρέπει να κάνεις κάτι που ποτέ πριν δεν έκανες" .............................................

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

H διαδρομή μια vanilla (Mέρος 3ο)

Συνέχεια από το "Η διαδρομή μιας vanilla (Mέρος 2ο)"


Σηκώθηκα. Αυτή παρέμεινε στη θέση της. Ηταν διστακτική. Ηξερα το γιατί.

-Πάμε μικρή, σήκω.
-Αυτό, εδώ θα μείνει;
-Ποιο είναι το αυτό;
-To… εσώρουχο μου!
-Ναι, αφήσα tip για τον βοηθό, αυτό θα είναι το πουρμπουάρ για τον σερβιτόρο. Σήκω

Ηταν η πρώτη φορά που περπατούσε με το κεφάλι κάτω. Ακόμα και στη πασαρέλα της στο λιμάνι, δεν το κατέβασε έτσι. Δεν υπήρχε κάνενα δραματικό ποίημα εδώ, ούτε υπήρχε αδιέξοδο, αλλά ο σερβιτόρος, σαν από μηχανής θεός, ήρθε και βοήθησε με τον επαγγελματισμό του, λες και ήμασταν συνεννοημένοι!

-Με συγχωρείτε, κάτι ξεχάσατε.

Γύρισα ενώ η μικρή, στο άκουσμα του, πήγε να επιταχύνει το βήμα της. Την σταμάτησα πιάνοντας της το χέρι

-Ξέχασες το εσώρουχο σου μικρή
-….
-Ε, πήγαινε πάρτο λοιπόν

Αν έσκαγε τώρα, ο θόρυβος θα ακουγόταν σε όλο το νησί! Βγήκαμε έξω και μόλις έφτασε στο αμάξι, μου είπε με πολύ ύφος


-Δεν θέλω να συνεχίσουμε άλλο! -Δεν θα το φορέσεις;
-Πήγαινε με σε παρακαλώ στο ξενοδοχείο



 Την πλησίασα. Κατέβασε το κεφάλι της. Της σήκωσα το πρόσωπο απαλά

-Ασε με

Ένα δάκρυ κύλισε στο κατακοκκινισμένο από τη ντροπή της πρόσωπο

-Ασε με σου λέω

Εσκυψα και την φίλησα. Τρυφερά στην αρχή. Στη συνέχεια έπαιξα με την γλώσσα της και την δάγκωσα στο κάτω χείλος της

-Δεν είμαι τέτοια. Στο είπα. Δεν μου αρέσουν αυτά

Συνέχισα να την φιλάω. Ανταποκρίθηκε. Την αγκάλιασα. Κόλλησε επάνω μου.

-Μου αρέσεις, αλλά δεν μπορώ έτσι. Εκανα λάθος να το αφήσω όλο αυτό.
-Δεν έκανες λάθος μικρή. Απλά είσαι κλειδωμένη.
-Και εσύ έχεις το κλειδί;
-Eσύ το έχεις. Είναι στο μυαλό σου. Εγώ θα σε κάνω να το δεις
-Δύο μέρες με ξέρεις μόνο. Μη μου κάνεις τον ψυχολόγο
-Εισαι εδώ. Σταμάτα για λίγο να κλαψουρίζεις σαν μπέμπα και δες μέσα σου το γιατί.

Αυτή η παρόρμηση που την είχε οδηγήσει να ακολουθεί τα θέλω μου για τόσες ώρες, έφερνε μαζί της και μια ξεχωριστή ομορφιά. Το αισθανόταν μέσα της. Όλα τα σημάδια μέχρι τώρα έδειχναν μια γυναίκα με υποτακτικότητα. Τόσο βαθειά κρυμμένη μέσα της όμως, που μπέρδευε την ανάγκη της ως θηλυκό να υποταχθεί στο αρσενικό. Και το σκέπαζε με τη φυσιογνωμία της ατίθασης. Είχε δημιουργήσει ένα προκάλυμμα για τη προστασία της χωρίς να το γνωρίζει. Είχε μεταβληθεί σε κάτι άλλο απ’ αυτό που ουσιαστικά ήταν. Είχε υποβάλει τον εαυτό της σε μια ανούσια πολυπλοκότητα σχηματίζοντας μια ψεύτικη εικόνα απλότητας που την έκανε να νιώθει ασφαλής. Και με όλο αυτό είχε περιτυλίξει το είναι της. Δεν μπορεί να ήταν αλλιώς.

Το τέντωμα της περηφάνιας της για όλο αυτό που βίωνε μαζί μου είναι μόνο το πρόσχημα. Δικαιολογία και πρόφαση για να μη δει καθαρά. Θα της έδειχνα την πραγματικότητα λοιπόν.

Με κίνδυνο να τη χάσω, αλλά αν πετύχαινα το μήνυμα θα ήταν ξεκάθαρο. Ναι, άξιζε το ρίσκο η μικρή. Την γούσταρα για έναν αδιευκρίνιστο ακόμα λόγο, αλλά σίγουρα διαφορετικό. Στα δύσκολα λοιπόν. Ας το τεντώσω κι άλλο

-Εχουμε μια συμφωνία οι δυό μας. Θα την τηρήσεις ή όχι;

Ο εγωισμός της, επικρατούσε ακόμα και επέστρεψε.

-Εντάξει. Πάμε
-Όχι έτσι. Όπως πρέπει
-Δεν κατάλαβα. Πως πρέπει;

Eβγαλα δύο τσιγάρα από το πακέτο μου, τα έφερα στα χείλη μου και τα άναψα. Της έδωσα το ένα.

-Ας καπνίσουμε. Θα καταλάβεις.

-Κατάλαβα…Κύριε. Είμαι έτοιμη

Κατευθύνθηκα για τη θέση του οδηγού, λέγοντας της

-Φόρα το εσώρουχο σου. Θέλω να σε δω να το βγάζεις
-Δεν θα μου το βγάλετε εσείς;
-Εγώ πληρώνω, το ξέχασες;
-Oπως θέλετε

Το φόρεσε βιαστικά και μπήκε στο αμάξι. Επιστρατεύοντας όσο δυναμισμό της είχε απομείνει, μου είπε;

-Τι έχει η συνέχεια;
-Nα σε γευτώ γι αυτό που πληρώνω
-Πρακτικά αυτό τι σημαίνει;
-Eνα πράγμα μόνο σε ενδιαφέρει. Θα τον ονομάσουμε νόμο. Και αυτός λέει, “Eγώ διατάζω, εσύ υπακούς”. Εγινα κατανοητός;
-Eντάξει
-Επανέλαβε τον
-Εντάξει το κατάλαβα
-Επανέλαβε τον
-Εσείς διατάζετε και εγώ υπακούω…Κύριε
-Ομορφα

Eνα μόνο δεν μπόρεσα να κλείσω. Ένα δωμάτιο, κατάλληλο για την περίσταση. Ηταν Αύγουστος και τα καλά ξενοδοχεία του νησιού, είχαν 100% πληρότητα. Στο ακατάστατο δωμάτιο μου λοιπόν. Ας είναι

Πάρκαρα επίτηδες μακριά. Ήθελα να περπατήσει έτσι. Να αισθανθεί και πάλι τα βλέμματα του κόσμου. Ο δρόμος έσφυζε από ζωή.


Με σκούπισε παντού και τελευταία γονάτισε στα πόδια μου. Ασχολήθηκε για κάμποση ώρα. Ηταν μια θέση που την γαλήνευε. Την άφησα να το απολαύσει.

-Ακολούθησε με. Στα τέσσερα
-Μάλιστα Κύριε μου

Πήγα στο γραφείο μου. Αυτή στη θέση της. Πάνω στη μαξιλάρα της. Ανοιξα το συρτάρι και έβγαλα το κολάρο. Θυμήθηκα το πρώτο που της είχα πάρει. Ένα φτηνό από το supermarket στο τμήμα των pets. Πήρα και μια από τις αλυσίδες. Την μακριά.

Πέρασα το κολάρο στο λαιμό της και την αλυσίδα στο o-ring. Aπό τότε που αντιλήφθηκε πλήρως τη θέση της την κάβλωνε πολύ αυτή η διαδικασία.

-Είναι ώρα για φαγητό
-Όπως επιθυμείτε Κύριε

Κάθησα στη πολυθρόνα και σήκωσα το τηλέφωνο. Κάτι που θα την λέρωνε πολύ σήμερα. Spaghetti Carbonara για μένα, Spaghetti Bolonez για τη μικρή μου.

Όταν ήρθαν τα πράγματα, έφερα τα πιατάκια κοντά της. Εδεσα τα χέρια πίσω στην μέση της και την σέρβιρα. Ελειπε κάτι ακόμα. Πήρα μια μεσαία σφήνα και αφού την έβαλα να την γλύψει, την έβαλα στον ξεσκισμένο κώλο της. Αναστέναξε από ηδονή.

-Καλή όρεξη σκύλα
-Ευχαριστώ Κύριε μου. Και σε σας.

Την κοίταζα καθώς έτρωγε από το πιάτο. Η ικανοποίηση ήταν σχηματισμένη στο πρόσωπο της που γέμιζε κιμά και σάλτσα ολοένα και περισσότερο.

Είμασταν κ α λ ά και οι δύο μέσα σε αυτή τη σχέση. Την παρατηρούσα και το μυαλό μου ταξίδεψε πάλι εκει, στο νησί.


Μπήκαμε και μόλις άναψα το φως, συνειδητοποίησα πόσο μπουρδέλο το είχα αφήσει. Το κρεβάτι άστρωτο, τα τασάκια γεμάτα, παντελόνια και μπλουζάκια δεξιά αριστερά, εσώρουχο στο πάτωμα και στο μπάνιο χάος… Η όλη εικόνα ήταν εντελώς παράταιρη, αλλά θα το γυρνούσα προς όφελος μου.

-Είναι λίγο… άνω κάτω.
-Δεν πιστεύω να περίμενες μεγαλεία. Για πόρνη του δρόμου σε πήρα, όχι για πολυτελείας.
-Και τώρα τι; Να γδυθώ;
-Ωραίοι τρόποι… Για πουτάνα
-Ο πελάτης πληρώνει μπροστά, έτσι δεν είναι;
-Ο πελάτης ναι, εγώ θα σε πληρώσω στο τέλος. 50 δεν είπαμε;
-Nαι, πενήντα
-Πενήντα θα πάρεις. Μέχρι της 8 το πρωί είσαι δικιά μου
-Εντάξει.
-Να θυμάσαι απλά τον νόμο
-Τον θυμάμαι…Κύριε

Άνοιξα το φύλλο της ντουλάπας. Είχε ένα μεγάλο καθρέπτη στο εσωτερικό του, Πήρα μια καρέκλα και κάθισα λίγο διαγώνια, απέναντι του.

-Στάσου μπροστά στον καθρέπτη. Δεν θα μιλήσεις εκτός αν σε ρωτήσω κάτι

Κατευθύνθηκε σιωπηλή

-Βγάλε το φόρεμα σου. Αστο να πέσει στο πάτωμα.

Εβλεπα για πρώτη φορά το κορμί της. Καλύτερο απ’ όσο το είχα φανταστεί. Ήθελα από χθες να της χώσω το καβλί μου παντού, ξανά και ξανά και ξανά… αλλά δεν έγραψα τέτοιο σενάριο μόνο για να γαμήσω. Ηθελα πολλά περισσότερα από αυτή τη μικρή.

-Και το σουτιέν σου. Βγάλτο
-Ανοιξε λίγο τα πόδια σου. Στο ύψος των ώμων

Με κοίταζε μέσα από τον καθρέπτη. Εβλεπε το βλέμμα μου να την καρφώνει. Μέσα στη ντροπή της, της άρεσε

Οι εντολές μου ήταν κοφτές, αλλά με τον κατάλληλο χρόνο ανάμεσα τους

-Χάιδεψε το σώμα σου…
-Το στήθος σου…
-Αγγιξε τις ρόγες σου…
-Πίεσε τες…
-Τώρα παίξε με το μουνί σου. Πάνω από το εσώρουχο…

Η ντροπή της σιγά σιγά εξαφανιζόταν. Το σώμα της ανταπόδωσε γρήγορα στα χάδια της. Η ανάσα της άρχισε να ακούγεται.

Άναψα τσιγάρο και απόλαυσα το θέαμα. Ο πούτσος μου είχε γίνει πέτρα.

-Κύριε, ελάτε κοντά μου

Συνέχισα να καπνίζω.

-Κύριε, σας παρακαλώ

Την πλησίασα. Της έσκυψα το κεφάλι, παραμέρισα τα μαλλιά της και την δάγκωσα στον αυχένα της φιλώντας τον. Τα δάχτυλα μου κατευθύνθηκαν από τους ώμους της προς τα κάτω και στη συνέχεια στη κοιλιά της μέχρι που γλίστρησαν μέσα από το εσώρουχο της. Αργά.Δεν σταμάτησα να την φιλάω, να την γλύφω και να την δαγκώνω. Ηταν μούσκεμα. Επαιξα για ώρα με την κλειτορίδα της και τα μουνόχειλα της χωρίς να μπω μέσα της.

-Κύριε, δεν αντέχω άλλο
-Ποια είσαι;
-….
-Ποια είσαι;
-Μη μου το κάνεις αυτό

Την χαστούκισα στον κώλο. Ξαφνιάστηκε αλλά ήταν σε μεγάλο mood κάβλας

-Στον πληθυντικό πουτάνα
-Μη μου το κάνετε αυτό. Γαμήστε με.

Απομακρύνθηκα. Εψαξα στη βαλίτσα μου για ένα φουλάρι. Την πλησίασα πάλι. Το σώμα της έτρεμε. Της σκέπασα τα μάτια. Όταν ακούστηκε ο κόμπος του δεσίματος, δάγκωσε τα χείλη της. Την οδήγησα μπροστά από το παράθυρο. Οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές. Της άνοιξα τα πόδια μου, παραμέρισα το εσώρουχο της και ο πούτσος μου άγγιξε το υγρό μουνί της. Αρχισα να τον τρίβω επάνω τους. Πέθαινε από κάβλα.

-Ποια έισαι;
-H πουτάνα σας

Την χαστούκισα πάλι στο γλουτό της. Πιο δυνατά αυτή τη φορά

-Ποια είσαι;
-H πουτάνα σας Κύριε
-Δεν άκουσα
-Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΣΑΣ ΚΥΡΙΕ

Την έσπρωξα μπροστά. Οταν οι παλάμες της ακούμπησαν τα τζάμια, κατάλαβε και έκανε να τραβηχτεί. Ο πούτσος μου όμως μπήκε μέσα της. Απότομα, βαθειά. Ούρλιαξε από κάβλα. Αφέθηκε στην ηδονή. Την γάμησα πολύ έντονα. Γρήγορα, δυνατά. Εχυσε σχεδόν αμέσως. Η κραυγή της πρέπει να ακούστηκε μέχρι τη ρεσεψίόν. Συνέχισα να την γαμάω. Ακόμα πιο γρήγορα, ακόμα πιο δυνατά.. Ασταμάτητα. Με έχυσε πάλι κραυγάζοντας,

Της έβγαλα το φουλάρι. Ημασταν στον δεύτερο όροφο. Φαινόμασταν από σχετικά κοντά σε όποιον ύψωνε τη ματιά του. Δεν πτοήθηκε. Την γύρισα και τη κόλλησα στο τζάμι. Τη φίλησα με πάθος, πιέζοντας τις ρόγες της. Κάβλωσε ακόμα περισσότερο.

Την έπιασα από τα μαλλιά και την γονάτισα μπροστά μου. Τον πήρε στο στόμα της λαίμαργα, αγνοώντας εντελώς ότι δεν την άρεσαν τα υγρά της. Την έπνιξα. Είχε φύγει η μικρή. Δεν την πτοούσε τίποτα. Αρχισε να γίνεται η πουτάνα μου, αλλά δεν ήταν αυτό το ζητούμενο.

Στο καλό γαμήσι, όλες “σκλάβες” γίνονται.

Της έδωσα τα χύσια μου, στο στόμα της. Τα ήπιε. Της άλειψα το πρόσωπο με τον πούτσο μου και της τον έδωσα να τον καθαρίσει. Το έκανε με θέρμη.

-Ηταν καταπληκτικά. Με τρέλανες

Εκεί έφαγε το πρώτο της χαστούκι

-Θα μου μιλάς στον πληθυντικό πουτάνα. Να μη το ξαναπώ

Δάκρυσε, αλλά έβγαλε από το στόμα της, την σωστή φράση

-Συγνώμη…Κύριε

Πήγα και κάθησα στην καρέκλα. Αναψα τσιγάρο

-Μπορώ να καπνίσω και εγώ ένα;
-Oχι. Εχεις δουλειά να κάνεις
-Πείτε μου.
-Μέσα στη τουαλέτα έχει ένα λεκανάκι. Γέμισε το και φέρτο
-Εντάξει…Κύριε
-Βάλτο εδώ, μπροστά μου

Εσκυψε και γονάτισε αργά. Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε. Θεϊκή εικόνα.

-Περιποιήσου τα πόδια μου
-Μάλιστα Κύριε

Ηταν το πρώτο μάλιστα που βγήκε από τα χείλη της. Αλλά είχαμε δρόμο ακόμα



Eίχε τελειώσει το φαγητό της και έπινε νερό από το μπολάκι της. Παρέμεινε σιωπηλή στη θέση της. Εγώ έτρωγα ακόμα, απολαμβάνοντας τη θέα της

-Ελα κοντά μου
-Μάλιστα Κύριε μου

Με πλησίασε στα τέσσερα. Στάθηκε δίπλα μου

-Σαλάτα δεν έφαγες.

Πήρα ντομάτα με το χέρι μου και το οδήγησα στο στόμα της. Την έφαγε γλύφοντας τα δάχτυλα μου.

-Σας ευχαριστώ Κύριε.

-Ετοιμάσου μικρή, θα βγούμε.
-Τι επιθυμείτε να φορέσω Κύριε μου;
-Pencil μαύρη φούστα, το μαύρο σακάκι με τα δύο κουμπιά, μόνο σουτιέν από μέσα στο χρώμα του αίματος, 12ρες γόβες και νύχια ίδιας απόχρωσης. Μαύρη τσάντα και φυσικά ζαρτιέρες. Ο λαιμός, καρποί και δάχτυλα γυμνά. Σκουλαρίκια μεγάλοι κρίκοι.
-Μάλιστα Κύριε

Ούτε λόγος για εσώρουχο. Από την ημέρα που έγινε η μικρή μου, δεν ξαναφόρεσε ποτέ, παρά μόνο στις δύσκολες μέρες του μήνα.

-Θα γυρίσω να σε πάρω σε 45 λεπτά
-Όπως ορίζετε Κύριε.

Βγήκα να της ψωνίσω. Είχε την γιορτή της σήμερα η μικρή. Είχα δει ένα μενταγιόν λευκόχρυσο στολισμένο με ένα ιδιαίτερο ζιργκόν. Μπήκα στο κατάστημα και το είδα πάλι. Ναι, οπωσδήποτε αυτό, με λευκόχρυση λεπτή αλυσίδα. Θα ήταν πανέμορφο στο λαιμό της.


Αρχισε να τα τρίβει σιγά σιγά, ξεκινώντας από τις γάμπες μου, και φτάνοντας στις πατούσες, τις φτέρνες, τα δάχτυλα και τα σημεία ανάμεσα τους. Ασχολήθηκε για αρκετή ώρα, μιλώντας μου για την έως τώρα βραδιά. Την άφησα να λέει χωρίς να της απαντάω.-Δεν ξέρω πως δεν λιποθύμησα στο εστιατόριο. Ο σερβιτόρος με κοιτούσε παράξενα. Με το δίκιο του ο άνθρωπος
-Παραγγείλατε για μένα! Κανένας δεν το έχει ξανακάνει αυτό. Ποτέ!
-Δεν ξέρω γιατί δεν έφυγα. Η αγκαλιά σας μάλλον…
-Μου άρεσε το πώς με πήρατε. Που ήσασταν…άγριος. Που μου κλείσατε τα μάτια, που δεν ρωτάγατε...
-Μα μπροστά στο παράθυρο; Γιατί να μοιραστούμε τόσο προσωπικές στιγμές με άλλους;
-Mε χαστουκίσατε!!!


-Σου άρεσε
-Όχι, με πονέσατε
-Δεν ήταν ερώτηση, μικρή
-Δεν μου άρεσε!
-Δεν σου έχει πει η γιαγιά σου πως όποια μικρή λέει ψέματα, της μεγαλώνει η μυτούλα;

Xαμογέλασε. Ηταν τόσο γλυκιά... Ηθελα να την φάω, την πουτάνα.

-Πρέπει να σας τα σκουπίσω Κύριε. Χρειάζομαι πετσέτα
-Πήγαινε φέρε. Στα τέσσερα
-Όχι!

Την έπιασα από τα μαλλιά και την χαστούκισα.

-Δεν υπάρχει όχι, πουτάνα. Μόνο μάλιστα Κύριε υπάρχει. Το κατάλαβες;
-Γιατί με χτυπάς;

Tην χαστούκισα πάλι. Κατάλαβες τι σου είπα σκύλα;

-Mάλιστα. Μάλιστα Κύριε
-Πήγαινε
-Μάλιστα, πηγαίνω

Το κέντρισμα ήταν δυνατό, πλέον. Και ανταποκρινόταν καλά. Αρκετά από τις ανασφάλειες, τα βαρίδια και τους φόβους της θα χαμήλωναν πολύ, έως το πρωί. Είχε αφεθεί στην αποφασιστικότητα μου και με ακολουθούσε. Είχα ανοίξει νέους δρόμους στη μικρή που της άρεσαν. Εμενε να την κάνω να ανακαλύψει πως θέλει να την πάω σε περισσότερους. Να την κάνω να κατανοήσει πως δεν αρκεί να βγει η υποτακτική της φύση, αλλά το σημαντικότερο. Για να την ελευθερώσει και να μπορέσει να την τιθασεύσει, με χρειάζεται. Δεν θα μπορούσε μόνη της να διαχειριστεί σωστά, τόσα νέα ερεθίσματα

Για να πετύχω, έπρεπε να κερδίσω τον θαυμασμό, την εμπιστοσύνη και το σεβασμό της. Επρεπε να την εμπνεύσω να αφεθεί να την οδηγήσω εκεί που θέλω. Δεν μου έφτανε ο χρόνος. Επρεπε να έρθει Αθήνα μαζί μου. Δύσκολο. Δύσκολο; Θα δείξει. Θα το σκεφτόμουν αύριο.

Τα σκούπισε ελαφρά. Την απολάμβανε αυτή τη διαδικασία. Ηταν ολοφάνερο.

-Πρώτη φορά το κάνω αυτό. Για την ακρίβεια, τα περισσότερα που ζω μαζί σας, είναι πρωτόγνωρα Κύριε.

Αυστηρότητα και τρυφερότητα. Σκληρότητα και ασφάλεια. Ξεχωριστό αισθησιασμό και ηδονές άγνωστες. Αυτά θα ήταν τα όπλα μου.

Σηκώθηκα, την σήκωσα μαζί μου. Την αγκάλιασα και της χάιδεψα τα μαλλιά της... Το πρόσωπο της... Τα χείλη της… Τον λαιμό της... Όχι μόνο με τα δάχτυλα μου, αλλά και με τις παλάμες μου. Την κοίταζα στα μάτια

-Δεν ξέρω γιατί θα το πω αυτό, αλλά θέλω να το πω
-Μην πεις κάτι που δεν είσαι σίγουρη μικρή
-Δεν με νοιάζει. Θέλω να το πω
-Ακούω
-Κάντε με ότι θέλετε. Όσο θέλετε
-Πες μου πόσο το θέλεις
-Το θέλω πολύ, σας θέλω Κύριε
-Είσαι βέβαιη;

Δεν δίστασε ούτε στιγμή. Το βλέμμα της είχε αλλάξει

-Είμαι Κύριε
-Στο παράθυρο
-Μάλιστα
-Με την πλάτη σε μένα.
-Μάλιστα
-Τα χέρια σου ανοιχτά. Οι παλάμες σου στο τζάμι
-Μάλιστα
-Εχει κόσμο κάτω;
-Eχει!
-Θέλεις να φύγεις από εκεί;
-Oχι Κύριε

Είναι η ώρα λοιπόν. Να την περάσω, στην αντίπερα όχθη. Την θέλω την πουτάνα.

Πήρα τη ζώνη μου. Κατευθύνθηκα πίσω της.

-Ξέρεις να μετράς;
[I]-Mάλιστα[/I
]-Θα σε μαστιγώσω στον κώλο. Θα μετράς κάθε φορά που η ζώνη μου θα αγγίζει το κορμί σου.
-Θα πονέσω πολύ;
-Nαι (Θα την πονούσα ελεγχόμενα, αλλά στο μυαλό της ο πόνος θα έφτανε μεγάλος)

Η πρώτη έπεσε στους γλουτούς της. Τους αγκάλιασε με δύναμη. Πόνεσε. Εφυγε από τη θέση της.

-Θα πονέσει κι άλλο. Το να γυρίσεις στη θέση σου και μόνο αυτό, το αποφασίζεις εσύ. Τώρα.

Με κοίταξε. Γύρισε και στήθηκε. Όχι αργά, όχι φοβισμένα. Αποφασιστικά, θαραλέα.

Η ζώνη μου άρχισε να χορεύει στους γλουτούς της. Στην αρχή ρυθμικά και μετά ακανόνιστα…
-…
-19
-20


Αφησα τη ζώνη και πήγα πίσω της. Όταν την αγκάλιασα, ξέσπασε σε λυγμούς. Όχι, αυτό το κλάμα ήταν διαφορετικό. Είχε αρχίσει να ελευθερώνεται. Πρέπει να κυλούσαν πολλά χρόνια καταπιεσμένου ερωτισμού σε αυτά τα δάκρυα. Την άγγιξα στο μουνί της. Ηταν μούσκεμα. Ένα δάχτυλο μου χάθηκε μέσα της, μετά δύο και μετά τρία… Ηταν στενή αλλά κάβλωνα στην λίμνη των υγρών της.

-Ποια είσαι;
-Oτι θέλετε είμαι Κύριε. Η πουτάνα σας, η καριόλα σας, η σκύλα σας… Ότι θέλετε εσείς.

Την οδήγησα στο κρεβάτι. Την έβαλα με τα γόνατα και την έσκυψα μπροστά .Της άνοιξα τα πόδια. Πήρα τα χέρια της και της τα έδεσα με τρόπο που καρποί και αστράγαλοι έγιναν ένα. Χρησιμοποίησα το φουλάρι μου στο ένα πόδι και το σουτιέν της στο άλλο.

Της άνοιξα τα κωλομέρια με τα χέρια μου και έφτυσα την κωλοτρυπίδα της. Πάλι. Ο πούτσος μου άρχισε να χώνεται μέσα της. Αργά. Εκστασιάστηκα. Απολάμβανα τις κραυγές της ηδονής και του πόνου της. Μπήκα μέσα της όλος. Η κραυγή της δυνάμωσε. Και η κάβλα μου επίσης. Η θέα από τα κοκκινισμένα κωλομέρια της και όλη η στάση της σε συνδυασμό με την αίσθηση στον πούτσο μου από την πολύ σφιχτή τρύπα της με έκαναν να εκραγώ από κάβλα.

Την γάμησα δυνατά, γρήγορα, έντονα…Οι κραυγές της έγιναν αναστεναγμοί ερωτικής απόλαυσης και ευχαρίστησης. Τη γαμούσα με μανία. Κραυγές ηδονής και πάθους πλημμύρισαν τον χώρο. Βγήκα και τη γύρισα. Μπήκα πάλι στον ξεσκισμένο κώλο της. Ηθελα να την κοιτάζω στα μάτια όταν την χύσω.

Τελείωσα μέσα της, της έδωσα και την τελευταία σταγόνα μου. Ηταν πανέμορφη. Κάθησα στο κρεβάτι σε θέση που βόλευε και οδήγησα τον πούτσο μου στο στόμα της. Ο δισταγμός της κράτησε μόνο μια στιγμή. Τον πήρε όλον και για πρώτη φορά πνίγηκε μόνη της. Ναι, ήταν καλή η καριόλα.

...

Το φως του ήλιου είχε γεμίσει το δωμάτιο. Ανοιξα τα μάτια μου και την είδα να με κοιτάζει. Με ένα πονηρό χαμόγελο στο πρόσωπο της, αλλά όχι με την ίδια χθεσινή άνεση. Ηταν γυμνή.

-Καλημέρα
-Τι ώρα είναι;
-Κοντεύει 4
-Θέλω καφέ
-Θα παραγγείλω. Και τοστ;
-Oχι, θα φάμε έξω
-Ωραία, πεινάω σαν λύκος
-Εχεις ξυπνήσει ώρα;
-Από τις 2

-Φόρεσε το πουκάμισο μου για να ανοίξει. Εφερε τον δίσκο με τους καφέδες και κάθησε δίπλα μου. Μου άναψε τσιγάρο.

Μιλάγαμε για ώρα, αλλά ο καφές είχε φτάσει στη μέση και έκανα ήδη το τρίτο τσιγάρο μου. Είχα ξυπνήσει πλέον. Συνειδητοποίησα πως μου μιλούσε με τρόπο που δεν χρησιμοποιούσε ούτε ενικό, ούτε πληθυντικό.

Το άφησα έτσι προς το παρόν. Θα έκανα ένα ντουζ και μετά θα διαπίστωνα αν όλο αυτό η μικρή το είχε βιώσει απλά σαν «24ωρη γρίπη». Αυτή που την περνάς άσχημα και μετά σου περνάει.


Συνεχίζεται...Κλικ ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου